θυμοειδής

θυμοειδής
-ές (Α θυμοειδής, -ές)
1. ορμητικός, ζωηρός
2. οξύθυμος
3. (στην πλατ. φιλοσ.) το ουδ. ως ουσ. το θυμοειδές
το ένα από τα τρία επίπεδα τής ψυχής, σε αντιδιαστολή προς το επιθυμητικό και το λογιστικό
αρχ.
1. (αντίθ. τού άθυμος)
αναπτερωμένος, ενθαρρυμένος, γεμάτος θάρρος
2. (αντίθ. τού οργίλος) ήρεμος
3. (αντίθ. τού πραΰς) παράφορος, παθιασμένος
4. (για άλογα) άγριος, δυσήνιος.
επίρρ...
θυμοειδῶς (Α)
με θάρρος, τολμηρά.
[ΕΤΥΜΟΛ. < θυμο-* + -ειδής].

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Look at other dictionaries:

  • θυμοειδής — ής, ές γεν. ούς, αιτ. ή, πληθ. ουδ. ή, ορμητικός, ατίθασος: Θυμοειδής ίππος …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • θυμοειδής — θῡμοειδής , θυμοειδής high spirited masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θυμοειδῆ — θῡμοειδῆ , θυμοειδής high spirited neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) θῡμοειδῆ , θυμοειδής high spirited masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) θῡμοειδῆ , θυμοειδής high spirited masc/fem acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θυμοειδέστερον — θῡμοειδέστερον , θυμοειδής high spirited adverbial comp θῡμοειδέστερον , θυμοειδής high spirited masc acc comp sg θῡμοειδέστερον , θυμοειδής high spirited neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θυμοειδεστέρας — θῡμοειδεστέρᾱς , θυμοειδής high spirited fem acc comp pl θῡμοειδεστέρᾱς , θυμοειδής high spirited fem gen comp sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θυμοειδεῖ — θῡμοειδεῖ , θυμοειδής high spirited masc/fem/neut nom/voc/acc dual (attic epic) θῡμοειδεῖ , θυμοειδής high spirited masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θυμοειδεῖς — θῡμοειδεῖς , θυμοειδής high spirited masc/fem acc pl θῡμοειδεῖς , θυμοειδής high spirited masc/fem nom/voc pl (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θυμοειδές — θῡμοειδές , θυμοειδής high spirited masc/fem voc sg θῡμοειδές , θυμοειδής high spirited neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θυμοειδέστατα — θῡμοειδέστατα , θυμοειδής high spirited adverbial superl θῡμοειδέστατα , θυμοειδής high spirited neut nom/voc/acc superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θυμοειδέστατον — θῡμοειδέστατον , θυμοειδής high spirited masc acc superl sg θῡμοειδέστατον , θυμοειδής high spirited neut nom/voc/acc superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”